Ήταν προσβλητική, τόσο για τη νοημοσύνη μας, όσο και για τον υποψήφιό μας Τάσσο Παπαδόπουλο, η θέση ΔΗΚΟ - ΕΔΕΚ ότι στο δεύτερο γύρο των προεδρικών, έπρεπε οπωσδήποτε να στηρίξουν ένα εκ των Χριστόφια - Κασουλίδη για να « επηρεάζουμε και να ελέγχουμε τα πράγματα εκ των έσω» ( ενώ στην πολιτική είναι αυτονόητο ότι, όταν σε χωρίζει χάος με τον άλλο σε κεφαλαιώδη ζητήματα και οι διαφορές δε γεφυρώνονται, μόνο ως αντιπολίτευση μπορείς να ασκήσεις αποτελεσματικό εποπτικό ρόλο).
Φυσικά, ο χρόνος διάψευσε τις «προσδοκίες» για « θετικό επηρεασμό εκ των έσω». Ο Δ. Χριστόφιας δεν άργησε να βρεθεί εκτός του πλαισίου των δεσμεύσεων που ανέλαβε με γραπτές επιστολές προς τα δύο κόμματα κατά το 2ο γύρο των εκλογών. Βρέθηκε εκτός του πλαισίου «μη επαναφοράς του Σχεδίου Ανάν ή παρομοίου Σχεδίου», των «18 σημείων του Προέδρου Παπαδόπουλου που θα ληφθούν σοβαρότατα υπόψη», του «σεβασμού της 8ης Ιουλίου» και της «αποχώρησης των εποίκων». Ο κ. Χριστόφιας επανερμήνευσε το Κυπριακό ως περίπου δημιούργημα των «εθνικιστών που μας έφεραν σε αυτό το κατάντημα», ενίσχυσε τη επίπλαστη δικοινοτική διάσταση ενός προβλήματος εισβολής –κατοχής, προσφέροντας πολιτική αναβάθμιση στο «σύντροφο» (αχυράνθρωπο της Άγκυρας) Μ. Α. Ταλάτ διακηρύσσοντας ότι «μόνο με αυτό τον άνθρωπο θα βρούμε λύση», μας έβαλε σε νέες επικίνδυνες περιπέτειες με «συνομιλίες» χωρίς όρους ( αφού ενταφίασε την 8η Ιουλίου), υποβάθμισε την Κυπριακή Δημοκρατία με ανιστόρητες θέσεις όπως αυτή για «συνεταιρικό κράτος», προέβη σε επικίνδυνες μονομερείς υποχωρήσεις, επιτέθηκε σε θεμέλια της κοινωνίας μας όπως η Άμυνα και η Παιδεία κι επέδειξε μία πρωτοφανή αλαζονεία και ασέβεια προς τους εταίρους του.
Τραγικά παραδείγματα της προσβλητικής συμπεριφοράς του προς τους εταίρους του: Ασέβεια ( σε βαθμό εξύβρισης) προς τον Τάσσο Παπαδόπουλο, με εκείνο τον αλήστου μνήμης επικήδειο λόγο και τα περί ΑΤΑ ως του μεγαλύτερου επιτεύγματός (του ανθρώπου που το 2004 πρωτοστάτησε στο να διασωθεί η Κυπριακή Δημοκρατία) και περί του κενού που « συλλογικά θα καλύψουμε» ( έχει ξανακούσει κάποιος κάτι τέτοιο σε επικήδειο;) . Ασέβεια προς το Βάσο Λυσσαρίδη ( παρέλειψε να απαντήσει σε επιστολή του και μετά χαρακτήρισε το μεγάλο ηγέτη των αγώνων του κυπριακού λαού περίπου ως άνθρωπο των λόγων και όχι των έργων). Απρόκλητη επίθεση στο Γιαννάκη Ομήρου γιατί ο τελευταίος έκανε το «έγκλημα» να στιγματίσει τις φασιστικές θέσεις του «συντρόφου» Ταλάτ στο περιουσιακό. Αποκλεισμός (όπως φάνηκε) του Αναπληρωτή Προέδρου του ΔΗΚΟ Γιώργου Κολοκασίδη από συνάντηση και φωτογράφηση του ( μέσω δηλώσεων του Κυβερνητικού Εκπροσώπου) ως ανεπιθύμητου για επανεκλογή στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος. Εξύβριση (ουσιαστικά μέσω του προπηλακισμού του Αντιπροέδρου του κόμματος) των ΔΗΚΟϊκών ότι δεν «θέλουν να παν στον μύλον» ( της λύσης), υπονοώντας ουσιαστικά ότι δε θέλουν λύση του Κυπριακού.
Οπότε η πρόταση για αποχώρηση του ΔΗΚΟ ή της ΕΔΕΚ από την κυβέρνηση είναι λογική, πραγματιστική και πάνω απ’ όλα: έντιμη.
Η παραμονή του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ ( χαρακτηριστική ήταν τελευταία τηλεφωνική «δημοσκόπηση» με το 82% να θεωρεί αδικαιολόγητη τη «συνεργασία») στην κυβέρνηση Χριστόφια, τα καθιστά στη συνείδηση του Κύπριου πολίτη αναξιόπιστα, αλλά δυστυχώς και σε μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνα για τα κακώς έχοντα. Και οι ισχυρισμοί ότι « είναι πια αργά να φύγουμε» ( ως να υπήρξε ποτέ οιαδήποτε κατάλληλη στιγμή για να μείνουν) , η δήθεν αναζήτηση προσχημάτων παραμονής μέσω «τρόπων» για βελτίωση της χρεοκοπημένης ( από την αρχή) «συνεργασίας», οι δηλώσεις ότι «δεν τίθεται θέμα αποχώρησης επί του παρόντος» ( τι άλλο χειρότερο πρέπει άραγε να συμβεί;) τα περί «κοινών ομάδων και συχνών συναντήσεων» και τα περί «στήριξης του Δ. Χριστόφια» ( ο οποίος επαναφέρει το Σχέδιο Ανάν και το δημοψήφισμα επί μίας κακής και άδικης λύσης) είναι απλά το φύλλο συκής για μία πικρή αλήθεια: ότι τα πέντε Υπουργεία και (κυρίως) η Προεδρία της Βουλής, λογίζονται από κάποιους ( ευτυχώς όχι όλους) εκ των δύο ηγεσιών ως σημαντικότερα από τις πολιτικές αρχές τους.








